Είδη θηραμάτων

Επιτρεπόμενα Είδη Θήρας

Το σύνολο των θηρεύσιμων ειδών στην Ελλάδα περιλαμβάνει 5 είδη θηλαστικών και 31 είδη πτηνών, τα οποία επιτρέπεται να κυνηγούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και τις ετήσιες ρυθμιστικές διατάξεις για το κυνήγι. Τα είδη αυτά έχουν καθοριστεί με βάση επιστημονικά δεδομένα και τη διαχείριση των πληθυσμών της άγριας πανίδας, ώστε να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα και η προστασία των οικοσυστημάτων. Η θήρα τους επιτρέπεται μόνο κατά τις καθορισμένες κυνηγετικές περιόδους και με σεβασμό στους κανόνες που προβλέπονται από τη νομοθεσία. Με αυτόν τον τρόπο επιδιώκεται η ισορροπία ανάμεσα στην κυνηγετική δραστηριότητα, τη διατήρηση της βιοποικιλότητας και την υπεύθυνη διαχείριση της άγριας ζωής. Παρακάτω παρουσιάζονται αναλυτικά τα είδη αυτά.

Αγριοκούνελο (Oryctolagus cuniculus)

Μήκος 35–40 cm και βάρος 1,3–2,2 kg. Μοιάζει με το λαγό, αλλά είναι πιο μικρόσωμο και με μικρότερα αυτιά.  Έχει κεφάλι ωοειδές/σφαιρικό, τα πίσω πόδια μεγαλύτερα από τα μπροστινά και ουρά πολύ κοντή. Τρίχωμα κοντό και πυκνό, γκριζοκάστανο στο πάνω μέρος του σώματος και πιο ανοιχτό στα πλάγια, με κοιλιά λευκή. Στη χώρα μας απαντάται μόνο σε ορισμένα νησιά του Αιγαίου.

Λαγός (Lepus europaeus)

Μήκος 55–60 cm και βάρος 3–6 kg. Έχει σώμα επίμηκες, κεφάλι ωοειδές και μεγάλο, αυτιά ανασηκωμένα ευκίνητα και πιο μακριά από το μήκος του κεφαλιού. Τα πίσω πόδια είναι μεγαλύτερα από τα μπροστινά και η ουρά είναι πολύ κοντή. Χρωματισμός γκριζοκάστανος με ανάμεικτες μαύρες τρίχες στο πάνω μέρος της ράχης και στα πλευρά και πιο λευκό το κάτω μέρος. Τα αυτιά περιβάλλονται στο άκρο τους από μια στενή μαύρη λωρίδα. Στη χώρα μας απαντάται παντού εκτός από ορισμένα νησιά.

Αλεπού (Vulpes vulpes)

Μήκος 60–95 cm, μήκος ουράς 35–40 cm και βάρος 7–10kg. Σώμα επίμηκες με μακρύ και μυτερό ρύγχος, αυτιά τριγωνικά και όρθια, πόδια κοντά και λεπτά. Ουρά μακριά και φουντωτή. Τρίχωμα μαλακό και πυκνό. Το πάνω μέρος του σώματος έχει χρώμα καστανοκόκκινο ή γκριζοκάστανο και το κάτω γκριζολευκό, ενώ το πίσω μέρος των αυτιών, τα πέλματα και το μπροστινό μέρος των ποδιών είναι μαύρα. Το άκρο της ουράς είναι λευκό και η μουσούδα μαύρη. Στη χώρα μας απαντάται σ’ όλη την ηπειρωτική και νησιωτική χώρα εκτός της Κρήτης.

Αγριόχοιρος (Sus scrofa)

Μήκος 110–180 cm και βάρος 100–200 kg. Σώμα ογκώδες, και συμπαγές, κεφάλι επίμηκες που απολήγει σε μουσούδα. Στο πάνω μέρος και στο μέσο του ρύγχους σχηματίζεται μικρή κύρτωση, η οποία αυξάνει με την ηλικία του ζώου. Αυτιά μεγάλα και πάντα όρθια, σκέλη κοντά και ισχυρά. Ουρά μετρίου μεγέθους που στο άκρο της σχηματίζεται τούφα από μακριές τρίχες και είναι πάντα ευθεία. Έχει πυκνό, σκληρό τρίχωμα που το χειμώνα είναι γκριζόμαυρο και το καλοκαίρι γκρίζο. Στο αρσενικό οι κυνόδοντες προεξέχουν της σιαγόνας και φαίνονται χαρακτηριστικά. Τα νεαρά ζώα τους 2-3 πρώτους μήνες της ζωής τους φέρουν χαρακτηριστικές επιμήκεις ανοιχτόχρωμες ραβδώσεις και απαγορεύεται το κυνήγι τους. Απαντάται σε όλη την ηπειρωτική χώρα και στην Πελοπόννησο καθώς και στη Σάμο και τη Λέσβο.